Γιατί μαραίνονται τα βιολογικά προϊόντα

Από την έντυπη έκδοση

Το βλέμμα στις ξένες αγορές θα πρέπει να στρέψουν επιχειρήσεις και παραγωγοί βιολογικών προϊόντων, καθώς σε επίπεδο εγχώριας κατανάλωσης οι «αποδόσεις» παραμένουν χαμηλές.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, ο τζίρος των βιολογικών προϊόντων το 2014 στη λιανική έχει υποχωρήσει κάτω των 95 εκατ. ευρώ του 2013, ενώ δεν αναμένεται να αντιστραφεί σημαντικά η πτωτική πορεία ούτε φέτος.

Η εικόνα αυτή αποδίδεται κυρίως στον παράγοντα «τιμή», καθώς και στο γεγονός ότι αρκετές επιχειρήσεις που οι βιολογικές πωλήσεις αποτελούσαν τη βασική τους δραστηριότητα αναγκάστηκαν μέσα στο υφεσιακό περιβάλλον να διακόψουν τη λειτουργία τους.

Στον αντίποδα πιο θετικά μηνύματα διαφαίνονται σε επίπεδο παραγωγής καθώς το ενδιαφέρον στον πρωτογενή τομέα στρέφεται όλο και περισσότερο σε νέες εναλλακτικές καλλιέργειες και δη βιολογικές, τάση που ενισχύει και βελτιώνει ακόμα περισσότερο την ποιότητα των εγχώριων προϊόντων.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη της Infobank Hellastat για τον κλάδο των βιολογικών προϊόντων που εκπονήθηκε από τον Αλέξη Νικολαΐδη, Economic Research & Sectoral Studies Senior Analyst, ο περιορισμός του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της ύφεσης, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση για την έναρξη νέων επιδοτήσεων, επιβράδυνε τον υψηλό ρυθμό ανόδου της κατηγορίας των προηγούμενων ετών.

ΥΠΟΥΡΓΕΊΟ ΑΓΡΟΤΙΚΉΣ ΑΝΆΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΊΜΩΝ

Πλέον, ο παράγοντας «τιμή» έχει αρχίσει να επηρεάζει αρνητικά την εγχώρια κατανάλωση, ιδιαίτερα μετά την αύξηση του ΦΠΑ σε 23%, καθώς τα βιολογικά προϊόντα, όντας σε ορισμένες κατηγορίες ακριβότερα από τα συμβατικά (έως και 50%) στρέφουν τους Ελληνες καταναλωτές σε φθηνότερες λύσεις, παρά την υψηλότερη διατροφική τους αξία.

Προκειμένου οι λιανέμποροι να αντιστρέψουν την πτωτική τάση στην κατανάλωση των βιολογικών, αύξησαν τις προσφορές στα ράφια τους ώστε να καταστήσουν τα προϊόντα του κλάδου πιο ελκυστικά, αντικαθιστώντας παράλληλα τα εισαγόμενα τρόφιμα με ελληνικά.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη μελέτη, ούτε οι κινήσεις αυτές βρήκαν ικανοποιητική ανταπόκριση, με αποτέλεσμα το 2013 αρκετοί βιολογικοί κωδικοί να καταργηθούν. Επίσης, από το 2013 οι πωλήσεις των ειδικών «γωνιών» βιολογικών προϊόντων στις μεγάλες αλυσίδες εμφάνισαν ακόμα και διψήφιους ρυθμούς κάμψης, ενώ αρκετά εξειδικευμένα καταστήματα διέκοψαν τη λειτουργία τους.

Εξαγωγές – τυποποίηση

Καλύτερες επιδόσεις εμφανίζουν τα εγχώρια βιολογικά προϊόντα στο μέτωπο των εξαγωγών, καθώς σημαντικό μέρος της ελληνικής παραγωγής διοχετεύεται σε αγορές του εξωτερικού (κυρίως Ευρώπη και ΗΠΑ) όπου η ζήτηση είναι σαφώς υψηλότερη. Πλέον, η διεθνής παρουσία αποτελεί σημαντικό πεδίο ανταγωνισμού των Ελλήνων παραγωγών, σε μια προσπάθεια να «απεμπλακούν» από τη φθίνουσα εγχώρια ζήτηση.

Ωστόσο, σημαντική παράμετρος που περιορίζει τη δυναμική των εγχώριων βιολογικών προϊόντων αποτελεί το γεγονός ότι τα δίκτυα τυποποίησης και διανομής δεν θεωρούνται ακόμα επαρκώς ανεπτυγμένα ώστε να υποστηρίξουν την αγορά, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιοχές να παρατηρείται περιορισμένη προσφορά προϊόντων ελληνικής παραγωγής και να μην μπορεί να καλυφθεί η εγχώρια ζήτηση.

Η υστέρηση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στον τομέα του ελαιόλαδου, όπου διαπιστώνεται παράνομη διακίνηση χύμα προϊόντος από ανεπίσημα δίκτυα διανομής.

Μειονεκτήματα όπως η ανεπαρκής διανομή και τυποποίηση, αλλά και η έλλειψη ενημέρωσης του κοινού έχουν σαν συνέπεια την κάλυψη του μεγαλύτερου μέρους των αναγκών της εγχώριας αγοράς από εισαγωγές (πάνω από 60%), κυρίως αποξηραμένων και συσκευασμένων προϊόντων.

Αριθμός εκμεταλλεύσεων

Στο τέλος του 2013 στον κλάδο δραστηριοποιούνταν συνολικά 23.544 επιχειρηματίες, περίπου 22.000 παραγωγοί, 1.555 μεταποιητές και 3 εισαγωγικές εταιρείες. Αριθμός ο οποίος όμως είναι μειωμένος κατά 6% σε σχέση με το 2012, λόγω της υποχώρησης του αριθμού των παραγωγών. Το μέσο μέγεθος των γεωργικών βιολογικών εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα είναι αρκετά μικρό σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (μέσος όρος: 34 εκτάρια), σχηματιζόμενο στα 8 εκτάρια. Χαρακτηριστικά, περίπου οι μισές εκμεταλλεύσεις έχουν έκταση από 2 έως 10 εκτάρια.

Μεταποιητικές μονάδες

Αναφορικά με τον τομέα των μεταποιητικών μονάδων, η πλειονότητα αυτών (συνολικά 746) δραστηριοποιούνταν στον τομέα της παραγωγής ελαιόλαδου, ενώ ακολούθησαν οι τομείς μεταποίησης και τυποποίησης οπωροκηπευτικών (260 μονάδες), παραγωγής διάφορων προϊόντων διατροφής (187), παρασκευής ποτών – αναψυκτικών (181 μονάδες) και παραγωγής κρασιού (179).

Στις περισσότερες κατηγορίες μεταποίησης το τελευταίο έτος σημειώθηκε υποχώρηση του αριθμού των λειτουργούντων μονάδων.

Διακίνηση στο εξωτερικό

Ο διευθύνων σύμβουλος της IBHS, Χρυσόστομος Κάτσης.

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της IBHS, Χρυσόστομο Κάτση, «οι Ελληνες παραγωγοί πρέπει να αναζητήσουν τρόπους ώστε να ενισχύσουν τη διακίνηση των προϊόντων τους στο εξωτερικό, καθώς σε αρκετές αγορές, οι οποίες δεν φαίνεται να έχουν επηρεαστεί σημαντικά από την ύφεση, εκδηλώνεται σημαντική ζήτηση για ποιοτική βιολογική παραγωγή».

Παράλληλα, «η εγχώρια παραγωγή βιολογικών προϊόντων ενέχει ακόμα σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της ζήτησης καλύπτεται από εισαγωγές. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για να αυξηθεί η κατανάλωση ελληνικών προϊόντων αποτελεί η προσφορά ελκυστικών τιμών».

Καλλιεργήσιμες εκτάσεις και ζωικό κεφάλαιο

Η συνολική έκταση των βιολογικών καλλιεργειών το 2013 διαμορφώθηκε σε 383,6 χιλ. εκτάρια (από τα οποία το 55% είναι βοσκοτόπια), αποτελώντας περίπου το 11% των συνολικών καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Το μέγεθος αυτό υπολείπεται του προηγούμενου έτους κατά 17%. Εξαιρουμένων όμως των βοσκότοπων, η πτώση διαμορφώνεται σε 6,5%, στα 173,1 χιλ. εκτάρια.

Καθοριστικό ρόλο για την ανοδική πορεία έως το 2006 διαδραμάτισαν τα προγράμματα επιδοτήσεων της Ε.Ε. Στη συνέχεια όμως ο περιορισμός της εμβέλειάς τους είχε σαν αποτέλεσμα να προκύψει τάση σταθεροποίησης των εκτάσεων έως και το 2009, ενώ τα επόμενα δύο χρόνια σημειώθηκε σημαντική κάμψη.

Αναφορικά με τη διάρθρωση της αγοράς για το 2013 (εξαιρουμένων των βοσκοτόπων), το μεγαλύτερο μέρος των εκτάσεων (31,5%) κατέλαβαν οι ελαιώνες, ενώ το 25% ήταν καλλιέργειες σανοδοτικών φυτών.

Στη συνέχεια, ακολούθησαν οι κατηγορίες των δημητριακών (σιτάρι: 13,3%, βρώμη: 4,3%, κριθάρι: 4%, καλαμπόκι: 3,3%), ενώ μικρότερα ποσοστά κατέλαβαν τα βιομηχανικά φυτά (αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά και βότανα, κλωστικά φυτά και ελαιούχοι καρποί), και οι αμπελώνες.

Στο τέλος του 2013 το ζωικό κεφάλαιο της βιολογικής κτηνοτροφίας (εξαιρουμένων των πουλερικών) ξεπερνούσε το 1 εκατ. κεφάλια, σημειώνοντας ήπια άνοδο 2,5% από το προηγούμενο έτος. Το μεγαλύτερο μέρος (59% του συνόλου) αποτελούνταν από πρόβατα, τα οποία αριθμούσαν περίπου 610.500 κεφάλια (+2,8% σε σχέση με τα τέλη του 2012).

Επίσης, οι εγχώριες εκμεταλλεύσεις διέθεταν 356.000 αιγοειδή (34% του συνόλου), αριθμός αυξημένος κατά 1,8%, 71.000 βοοειδή (7% του συνόλου), κεφάλαιο ενισχυμένο κατά 6,3% έναντι του 2012 και περίπου 4.800 χοίρους, τομέας ο οποίος αποτέλεσε τον μοναδικό που παρουσίασε πτώση στον αριθμό κεφαλιών (-24%).

ΔΑΝΑΗ ΑΛΕΞΑΚΗ – dalex@naftemporiki.gr

http://www.naftemporiki.gr/