Πρόσθετα Τροφίμων: Διαλύοντας τους μύθους

Πολλά ακούγονται και πολλά γράφονται για τα πρόσθετα τροφίμων. Τι είναι όμως πιο κοντά στην αλήθεια και υπάρχει όντως λόγος να τα αποφεύγουμε;

Σε έναν ιδανικό κόσμο, όλοι θα είχαμε κήπους όπου θα καλλιεργούσαμε τα δικά μας δημητριακά, φρούτα και λαχανικά, θα μεγαλώναμε τις δικές μας αγελάδες και θα ψαρεύαμε από την κοντινή μας θάλασσα. Επίσης, θα αλέθαμε το αλεύρι μας, θα πλάθαμε μόνοι το ψωμί μας, θα φτιάχναμε σπιτικά ζυμαρικά, θα προλαβαίναμε να πίνουμε πάντα φρεσκοφτιαγμένους χυμούς και άλλα ροφήματα, θα ετοιμάζαμε τα δικά μας γρήγορα γεύματα που απλά θα καταψύχαμε για «μια ώρα ανάγκης», καθώς και διάφορα γλυκίσματα που θα κάλυπταν την επιθυμία μας για γλυκιά γεύση.

 

H πραγματικότητα…

Καλώς ή κακώς, οι ρυθμοί της ζωής μας δεν αφήνουν χώρο για τέτοιες πολυτέλειες. Ίσως και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε ότι οι επιστήμες των τροφίμων βελτίωσαν σε ένα βαθμό την ποιότητα της διατροφής μας. Γιατί, αν πριν από αιώνες χρησιμοποιούσαμε το αλάτι και τον καπνό για να συντηρήσουμε τα τρόφιμά μας (και όχι πάντα με επιτυχία) και σαφράν και σπανάκι για να τους δώσουμε χρώμα, σήμερα έχουμε άλλα συστατικά γι’ αυτό το σκοπό, και μάλιστα «εξελιγμένα» και «διεξοδικά μελετημένα», τα γνωστά πρόσθετα τροφίμων.

 

Tί είναι τα πρόσθετα τροφίμων;

Πρόκειται για εγκεκριμένα συστατικά  που χρησιμοποιούμε για να ενισχύσουμε ή να διατηρήσουμε το χρώμα, τη γεύση, την υφή και, κυρίως, για να διατηρήσουμε την ασφάλεια σε τρόφιμα και ροφήματα που μπορεί να καταναλώσουμε μετά από εβδομάδες ή και μήνες. Αυτά τα συστατικά δεν προστίθενται «κατά βούληση», αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι ασφαλή και ότι εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο «τεχνολογικό» σκοπό (π.χ. είναι αναγκαία για την ασφάλεια ή τη διατήρηση του χρώματος ενός τροφίμου). Η ασφάλειά τους αξιολογείται από αρμόδιες αρχές, όπως η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων, και όταν εγκριθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τους δίνεται ένας κωδικός αριθμός (τα γνωστά μας «Ε», όπου «Ε» =  «Ευρωπαϊκός Κωδικός»), ώστε να είναι ευκολότερη η ταξινόμησή τους.

 

Ναι, αλλά δεν παύουν να είναι «συνθετικά»…

Καταρχήν, ορισμένα πρόσθετα μπορεί να προέρχονται από φυσικά τρόφιμα, όπως π.χ. το λυκοπένιο από τη ντομάτα ή οι γλυκοζίτες στεβιόλης από το φυτό στέβια. Επίσης, ορισμένα βρίσκονται σε φυσικά τρόφιμα αλλά για πρακτικούς λόγους συντίθενται, όπως  το Ε300 ή ασκορβικό οξύ που στην πράξη είναι η βιταμίνη C. Επιπλέον, το ότι ένα συστατικό είναι «φυσικής προέλευσης» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι καλύτερο ή ασφαλέστερο από ένα συστατικό που έχει «συντεθεί». Πολλά συστατικά στη φύση είναι επικίνδυνα, όπως εκείνα που περιέχονται στα δηλητηριώδη μανιτάρια, ενώ πολλά από τα συστατικά που παρασκευάζονται είναι ασφαλή, όπως η ασπαρτάμη που «δημιουργείται» με την ένωση δύο αμινοξέων (δομικά συστατικά πρωτεϊνών που  περιέχονται στο κρέας, το γάλα κ.λπ.).

 

Μήπως να το ξανασκεφτούμε;

Υπάρχουν πολλές κατηγορίες «πρόσθετων» και όλες εξυπηρετούν μια συγκεκριμένη λειτουργία. Τα «αντιοξειδωτικά», όπως οι τοκοφερόλες, οι «ομογενοποιητές», όπως η λεκιθίνη, και τα «γλυκαντικά έντονης γλυκύτητας», όπως η ασπαρτάμη, είναι όλα «πρόσθετα τροφίμων» που εξυπηρετούν συγκεκριμένους σκοπούς, δηλαδή, προστατεύουν από την οξείδωση, κάνουν ομοιογενή την υφή και δίνουν γλυκιά γεύση χωρίς θερμίδες, αντίστοιχα. Μήπως, λοιπόν, πρέπει να επαναξιολογήσουμε τη «στάση» μας απέναντί τους;

 

Της Μαργαρίτας Οκτωράτου, Διαιτολόγου-Διατροφολόγου

forma.gr