Προβιοτικά, τα ωφέλιμα βακτήρια που εμπεριέχονται στο γιαούρτι και τα τυριά

 

Προβιοτικά, τα ωφέλιμα βακτήρια, που αποτελούν μέρος της άμυνας του οργανισμού μας. Δυστυχώς, ο πληθυσμός των βακτηρίων αυτών επηρεάζεται αρνητικά από πολλούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η ηλικία και ο τρόπος ζωής μας. Αν και δεν μπορούμε να σταματήσουμε τον χρόνο που περνά, μπορούμε ωστόσο να ελέγξουμε τους εξωτερικούς εχθρούς των ωφέλιμων βακτηρίων (π.χ. στρες, αντιβιοτικά, αλκοόλ).

Επίσης, μπορούμε να τα ενισχύσουμε μέσω της διατροφής μας, προσλαμβάνοντας προβιοτικά, δηλαδή «φιλικά» βακτήρια, τα οποία βρίσκονται κυρίως σε τροφές που έχουν υποστεί ζύμωση (π.χ. γιαούρτι, κεφίρ, τυριά, προϊόντα εμπλουτισμένα με προβιοτικά). Τα βακτήρια των συγκεκριμένων τροφών διασχίζουν το ανώτερο πεπτικό σύστημα και καταλήγουν στο παχύ έντερο, όπου τελικά εγκαθίστανται και πολλαπλασιάζονται, ενισχύοντας τους ήδη υπάρχοντες μικροοργανισμούς.

Προβλήματα με το έντερο

Η συμβολή των προβιοτικών στη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας του εντέρου έχει γίνει αντικείμενο πολυάριθμων μελετών, που δείχνουν ότι τα βακτήρια αυτά ρυθμίζουν αποτελεσματικά την κινητικότητα του εντέρου και ανακουφίζουν από το φούσκωμα. Μάλιστα, η ευεργετική τους δράση είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν η κατανάλωσή τους συνδυάζεται με την πρόσληψη φυτικών ινών. Επιπλέον, συγκεκριμένα στελέχη προβιοτικών συμβάλλουν στην άμβλυνση των συμπτωμάτων του ευερέθιστου εντέρου και πιθανόν στην αντιμετώπιση φλεγμονωδών νόσων του παχέος εντέρου, όπως η ελκώδης κολίτιδα.

Αγωγή με αντιβίωση

Ξέρουμε ότι στο έντερο έχουμε μία ισορροπία μεταξύ «καλών» και «κακών» μικροβίων, γι’ αυτό και οι ειδικοί συνεχώς προειδοποιούν ότι η λήψη αντιβιοτικών για θεραπευτικούς σκοπούς μπορεί να σκοτώσει και τα δύο, διαταράσσοντας την ισορροπία της χλωρίδας του εντέρου. Η κατανάλωση προβιοτικών επαναφέρει την ισορροπία της εντερικής μικροχλωρίδας, γι’ αυτό και συνιστάται η λήψη τους παράλληλα με την αντιβιοτική αγωγή, ώστε να μειώσουν τον κίνδυνο διάρροιας, που μπορεί να προκαλέσει η χορήγηση των αντιβιοτικών.

Κατά των ουρολοιμώξεων

Προκαλούνται από τα μικρόβια που έχουν εγκατασταθεί και πολλαπλασιαστεί στο ουροποιητικό σύστημα. Οι εν λόγω λοιμώξεις αποτελούν ένα πρόβλημα που αφορά πολλές γυναίκες και συχνά τις αναγκάζει να λάβουν αντιβιοτικά για την αντιμετώπισή τους. Ευτυχώς, η λήψη προβιοτικών μπορεί να προστατεύσει τη χλωρίδα του κόλπου όσο διαρκεί η θεραπεία με την αντιβίωση. Μπορεί, επίσης, να προλάβει τις συγκεκριμένες παθολογικές καταστάσεις, διατηρώντας σε ισορροπία τη χλωρίδα της περιοχής, αλλά και να αναστείλει τον πολλαπλασιασμό παθογόνων μικροοργανισμών στο έντερο, που θα μπορούσαν δυνητικά να μεταναστεύσουν στο ουροποιητικό.

Συχνές αλλεργίες

Η μικροχλωρίδα του εντέρου εικάζεται ότι μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην άμυνα του οργανισμού μας, μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων αλλεργικών παθήσεων που στις μέρες μας παρουσιάζουν αύξηση, όπως είναι η ατοπική δερματίτιδα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα προβιοτικά, διατηρώντας την ισορροπία της εντερικής χλωρίδας, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ισχυρού ανοσοποιητικού. Μάλιστα, σύμφωνα με μελέτες, φαίνεται η συχνότητα των περιστατικών αλλεργίας σε μικρά παιδιά να επηρεάζεται από τις διαφορές στην εντερική τους χλωρίδα, καθώς και ότι τα προβιοτικά μπορεί να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας, περιορίζοντας την ένταση των συμπτωμάτων και την ανάγκη χρήσης φαρμάκων.

Αδύναμα οστά

Τι σχέση έχουν τα προβιοτικά με την υγεία των οστών, θα αναρωτιέστε. Σύμφωνα με έρευνα από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, η λήψη προβιοτικών συμπληρωμάτων φάνηκε να ενισχύει την οστική πυκνότητα σε ποντίκια. Υπάρχουν, λοιπόν, ενδείξεις ότι η συχνή κατανάλωση προβιοτικών μπορεί να συμβάλλει στην υγεία των οστών, αλλά οι ερευνητές ξεκαθαρίζουν ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα.

Κατά του καρκίνου

Όσον αφορά την προστατευτική δράση των προβιοτικών ενάντια σε ορισμένες μορφές καρκίνου, ιδίως αυτήν του παχέος εντέρου, τα στοιχεία που οι ειδικοί έχουν στη διάθεσή τους βασίζονται σε πειραματικά δεδομένα. Σύμφωνα, πάντως, με αυτά, τα προβιοτικά φαίνεται ότι τροποποιούν τη δράση των ενζύμων που μετέχουν στη διαδικασία της καρκινογένεσης.